敷き物
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 χαλί, τάπητας, ψάθα, μοκέτα
- 02 ψάθα, στρώμα, πάπλωμα κ.λπ. που απλώνεται στο δάπεδο (ή στο έδαφος) και χρησιμοποιείται για να καθίσει ή να κοιμηθεί κανείς
- 03 κάλυμμα, ύφασμα (κάλυμμα), σουβέρ
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict