敷衍
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επεξήγηση, ανάλυση, λεπτομερής ανάπτυξη (π.χ. ενός επιχειρήματος), διεύρυνση
- 02 σαφής εξήγηση, παράφραση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 敷衍する
- Παρόν (ευγενικό)
- 敷衍します
- Άρνηση (απλή)
- 敷衍しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 敷衍しません
- Παρελθόν (απλό)
- 敷衍した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 敷衍しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 敷衍しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 敷衍しませんでした
- Τε-μορφή
- 敷衍して
- Δυνητική
- 敷衍できる
- Προστακτική
- 敷衍しろ
- Βουλητική
- 敷衍しよう
- Υποθετική (ば)
- 敷衍すれば
- Υποθετική (たら)
- 敷衍したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 敷衍したい
- Απαγορευτική (~な)
- 敷衍するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 敷衍しなさい
- Παθητική
- 敷衍される
- Αιτιατική
- 敷衍させる