せつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάσταση (σιδηροδρομικών γραμμών, σωληνώσεων, ναρκών θαλάσσης, κ.λπ.), κατασκευή

Κλίση

Παρόν (απλό)
敷設する
Παρόν (ευγενικό)
敷設します
Άρνηση (απλή)
敷設しない
Άρνηση (ευγενική)
敷設しません
Παρελθόν (απλό)
敷設した
Παρελθόν (ευγενικό)
敷設しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
敷設しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
敷設しませんでした
Τε-μορφή
敷設して
Δυνητική
敷設できる
Προστακτική
敷設しろ
Βουλητική
敷設しよう
Υποθετική (ば)
敷設すれば