りょう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο μαγειρεύω
  2. 02 απαρχαιωμένο χειρίζομαι (καλά), διαχειρίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
料る
Παρόν (ευγενικό)
料ります
Άρνηση (απλή)
料らない
Άρνηση (ευγενική)
料りません
Παρελθόν (απλό)
料った
Παρελθόν (ευγενικό)
料りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
料らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
料りませんでした
Τε-μορφή
料って
Δυνητική
料れる
Προστακτική
料れ
Βουλητική
料ろう
Υποθετική (ば)
料れば