かんがいきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερωρία, εργασία που πραγματοποιείται εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
時間外勤務する
Παρόν (ευγενικό)
時間外勤務します
Άρνηση (απλή)
時間外勤務しない
Άρνηση (ευγενική)
時間外勤務しません
Παρελθόν (απλό)
時間外勤務した
Παρελθόν (ευγενικό)
時間外勤務しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
時間外勤務しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
時間外勤務しませんでした
Τε-μορφή
時間外勤務して
Δυνητική
時間外勤務できる
Προστακτική
時間外勤務しろ
Βουλητική
時間外勤務しよう
Υποθετική (ば)
時間外勤務すれば