ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ごす

  1. 01 ορίζω, καθορίζω
  2. 02 προσδοκώ, ελπίζω, αναμένω, προβλέπω
  3. 03 αποφασίζω, προετοιμάζομαι, υπόσχομαι, δεσμεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
期す
Παρόν (ευγενικό)
期します
Άρνηση (απλή)
期さない
Άρνηση (ευγενική)
期しません
Παρελθόν (απλό)
期した
Παρελθόν (ευγενικό)
期しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
期さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
期しませんでした
Τε-μορφή
期して
Δυνητική
期せる
Προστακτική
期せ
Βουλητική
期そう
Υποθετική (ば)
期せば