ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: きす

  1. 01 προσδοκώ, ελπίζω, αναμένω, προβλέπω, προεξοφλώ
  2. 02 αποφασίζω, καταλήγω, προετοιμάζομαι, υπόσχομαι, δεσμεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
期すする
Παρόν (ευγενικό)
期すします
Άρνηση (απλή)
期すしない
Άρνηση (ευγενική)
期すしません
Παρελθόν (απλό)
期すした
Παρελθόν (ευγενικό)
期すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
期すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
期すしませんでした
Τε-μορφή
期すして
Δυνητική
期すできる
Προστακτική
期すしろ
Βουλητική
期すしよう
Υποθετική (ば)
期すすれば