木に竹を接ぐ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός προσπαθώ να ενώσω ανόμοια πράγματα, επιχειρώ κάτι αφύσικο ή ασυνάρτητο (κυριολεκτικά: μπολιάζω μπαμπού πάνω σε δέντρο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 木に竹を接ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 木に竹を接ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 木に竹を接がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 木に竹を接ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 木に竹を接いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 木に竹を接ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 木に竹を接がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 木に竹を接ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 木に竹を接いで
- Δυνητική
- 木に竹を接げる
- Προστακτική
- 木に竹を接げ
- Βουλητική
- 木に竹を接ごう
- Υποθετική (ば)
- 木に竹を接げば
- Υποθετική (たら)
- 木に竹を接いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 木に竹を接ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 木に竹を接ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 木に竹を接ぎなさい
- Παθητική
- 木に竹を接がれる
- Αιτιατική
- 木に竹を接がせる