しゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάψιμο με κιννάβαρη, επίστρωση με κόκκινη λάκα, αντικείμενο βαμμένο με κόκκινη λάκα

Κλίση

Παρόν (απλό)
朱塗りする
Παρόν (ευγενικό)
朱塗りします
Άρνηση (απλή)
朱塗りしない
Άρνηση (ευγενική)
朱塗りしません
Παρελθόν (απλό)
朱塗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
朱塗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
朱塗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
朱塗りしませんでした
Τε-μορφή
朱塗りして
Δυνητική
朱塗りできる
Προστακτική
朱塗りしろ
Βουλητική
朱塗りしよう
Υποθετική (ば)
朱塗りすれば