来す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προκαλώ, επιφέρω, συνεπάγομαι, δημιουργώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 来す
- Παρόν (ευγενικό)
- 来します
- Άρνηση (απλή)
- 来さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 来しません
- Παρελθόν (απλό)
- 来した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 来しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 来さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 来しませんでした
- Τε-μορφή
- 来して
- Δυνητική
- 来せる
- Προστακτική
- 来せ
- Βουλητική
- 来そう
- Υποθετική (ば)
- 来せば
- Υποθετική (たら)
- 来したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 来したい
- Απαγορευτική (~な)
- 来すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 来しなさい
- Παθητική
- 来される
- Αιτιατική
- 来させる