まくららす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κλαίω στο κρεβάτι, κοιμάμαι κλαίγοντας, κλαίω κρυφά στο κρεβάτι, μουσκεύω το μαξιλάρι μου (με τα δάκρυά μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
枕を濡らす
Παρόν (ευγενικό)
枕を濡らします
Άρνηση (απλή)
枕を濡らさない
Άρνηση (ευγενική)
枕を濡らしません
Παρελθόν (απλό)
枕を濡らした
Παρελθόν (ευγενικό)
枕を濡らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
枕を濡らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
枕を濡らしませんでした
Τε-μορφή
枕を濡らして
Δυνητική
枕を濡らせる
Προστακτική
枕を濡らせ
Βουλητική
枕を濡らそう
Υποθετική (ば)
枕を濡らせば