架する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γεφυρώνω (π.χ. ένα ρέμα με γέφυρα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 架する
- Παρόν (ευγενικό)
- 架します
- Άρνηση (απλή)
- 架しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 架しません
- Παρελθόν (απλό)
- 架した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 架しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 架しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 架しませんでした
- Τε-μορφή
- 架して
- Δυνητική
- 架できる
- Προστακτική
- 架しろ
- Βουλητική
- 架しよう
- Υποθετική (ば)
- 架すれば
- Υποθετική (たら)
- 架したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 架したい
- Απαγορευτική (~な)
- 架するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 架しなさい
- Παθητική
- 架される
- Αιτιατική
- 架させる