みる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: じみる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διαποτίζω, διαπερνώ, εισχωρώ, διεισδύω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως 沁みる τσούζω (για πληγή, ευαίσθητη περιοχή), πονώ οξέως, δαγκώνω (π.χ. για το κρύο), ερεθίζομαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα μολύνομαι (π.χ. με κακία), διαποτίζομαι (π.χ. με προκαταλήψεις), επηρεάζομαι
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα αισθάνομαι έντονα, αφήνω βαθιά εντύπωση, εντυπώνομαι (π.χ. στον νου), συγκινούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
染みる
Παρόν (ευγενικό)
染みます
Άρνηση (απλή)
染みない
Άρνηση (ευγενική)
染みません
Παρελθόν (απλό)
染みた
Παρελθόν (ευγενικό)
染みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
染みなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
染みませんでした
Τε-μορφή
染みて
Δυνητική
染みられる
Προστακτική
染みろ
Βουλητική
染みよう
Υποθετική (ば)
染みれば