みる

επίθημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しみる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα μοιάζω με, αποκτώ την όψη κάποιου πράγματος, έχω μια δόση από κάτι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα λεκιάζομαι από, εμποτίζομαι με, λερώνομαι με

Κλίση

Παρόν (απλό)
染みる
Παρόν (ευγενικό)
染みます
Άρνηση (απλή)
染みない
Άρνηση (ευγενική)
染みません
Παρελθόν (απλό)
染みた
Παρελθόν (ευγενικό)
染みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
染みなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
染みませんでした
Τε-μορφή
染みて
Δυνητική
染みられる
Προστακτική
染みろ
Βουλητική
染みよう
Υποθετική (ば)
染みれば