栓を抜く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεπωματίζω μπουκάλι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 栓を抜く
- Παρόν (ευγενικό)
- 栓を抜きます
- Άρνηση (απλή)
- 栓を抜かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 栓を抜きません
- Παρελθόν (απλό)
- 栓を抜いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 栓を抜きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 栓を抜かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 栓を抜きませんでした
- Τε-μορφή
- 栓を抜いて
- Δυνητική
- 栓を抜ける
- Προστακτική
- 栓を抜け
- Βουλητική
- 栓を抜こう
- Υποθετική (ば)
- 栓を抜けば
- Υποθετική (たら)
- 栓を抜いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 栓を抜きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 栓を抜くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 栓を抜きなさい
- Παθητική
- 栓を抜かれる
- Αιτιατική
- 栓を抜かせる