nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 栓
栓

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 10 πινελιές | Ρίζα: 木 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 πώμα, βύσμα
  2. 02 μπουλόνι, σύρτης
  3. 03 φελλός
  4. 04 τάπα (βαρελιού)
  5. 05 πώμα, τάπα

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

セン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

—

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 栓 πώμα, φελλός, τάπα
  • 耳栓 ωτοασπίδα (για προστασία από τον θόρυβο ή το νερό)
  • 耳栓 τάπα αυτιού (παραδοσιακό κόσμημα που φοριέται στον λοβό του αυτιού, δημοφιλές στην Ιαπωνία κατά την περίοδο Τζόμον)
  • 栓を抜く ξεπωματίζω μπουκάλι
  • 元栓 κεντρικός διακόπτης (αερίου, νερού), κύρια βάνα, κεντρική στρόφιγγα
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων