やりだまげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός παίρνω κάποιον στο στόχαστρο, βάζω κάποιον στο μάτι, ασκώ δριμεία κριτική σε κάποιον, στοχοποιώ κάποιον για παραδειγματισμό
  2. 02 διαπερνώ με λόγχη

Κλίση

Παρόν (απλό)
槍玉に挙げる
Παρόν (ευγενικό)
槍玉に挙げます
Άρνηση (απλή)
槍玉に挙げない
Άρνηση (ευγενική)
槍玉に挙げません
Παρελθόν (απλό)
槍玉に挙げた
Παρελθόν (ευγενικό)
槍玉に挙げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
槍玉に挙げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
槍玉に挙げませんでした
Τε-μορφή
槍玉に挙げて
Δυνητική
槍玉に挙げられる
Προστακτική
槍玉に挙げろ
Βουλητική
槍玉に挙げよう
Υποθετική (ば)
槍玉に挙げれば