欠伸あくび

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: けんしん

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χασμουρητό, χασμουρητά
  2. 02 ιδεόγραμμα που σημαίνει χασμουρητό (ριζικό 76)

Κλίση

Παρόν (απλό)
欠伸する
Παρόν (ευγενικό)
欠伸します
Άρνηση (απλή)
欠伸しない
Άρνηση (ευγενική)
欠伸しません
Παρελθόν (απλό)
欠伸した
Παρελθόν (ευγενικό)
欠伸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
欠伸しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
欠伸しませんでした
Τε-μορφή
欠伸して
Δυνητική
欠伸できる
Προστακτική
欠伸しろ
Βουλητική
欠伸しよう
Υποθετική (ば)
欠伸すれば