める

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: とめる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σταματώ (μια δραστηριότητα), παύω, διακόπτω, λήγω, εγκαταλείπω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ακυρώνω, αποποιούμαι, τα παρατάω, καταργώ, απέχω, συγκρατιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
止める
Παρόν (ευγενικό)
止めます
Άρνηση (απλή)
止めない
Άρνηση (ευγενική)
止めません
Παρελθόν (απλό)
止めた
Παρελθόν (ευγενικό)
止めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
止めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
止めませんでした
Τε-μορφή
止めて
Δυνητική
止められる
Προστακτική
止めろ
Βουλητική
止めよう
Υποθετική (ば)
止めれば