ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: きどる

  1. 01 υποπτεύομαι, αντιλαμβάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
気取る
Παρόν (ευγενικό)
気取ります
Άρνηση (απλή)
気取らない
Άρνηση (ευγενική)
気取りません
Παρελθόν (απλό)
気取った
Παρελθόν (ευγενικό)
気取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
気取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
気取りませんでした
Τε-μορφή
気取って
Δυνητική
気取れる
Προστακτική
気取れ
Βουλητική
気取ろう
Υποθετική (ば)
気取れば