けがれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: よごれる

  1. 01 μολύνομαι, διαφθείρομαι, ρυπαίνομαι, λεκιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
汚れる
Παρόν (ευγενικό)
汚れます
Άρνηση (απλή)
汚れない
Άρνηση (ευγενική)
汚れません
Παρελθόν (απλό)
汚れた
Παρελθόν (ευγενικό)
汚れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
汚れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
汚れませんでした
Τε-μορφή
汚れて
Δυνητική
汚れられる
Προστακτική
汚れろ
Βουλητική
汚れよう
Υποθετική (ば)
汚れれば