決定づける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποφασίζω (π.χ. ένα αποτέλεσμα), καθορίζω, προσδιορίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 決定づける
- Παρόν (ευγενικό)
- 決定づけます
- Άρνηση (απλή)
- 決定づけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 決定づけません
- Παρελθόν (απλό)
- 決定づけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 決定づけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 決定づけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 決定づけませんでした
- Τε-μορφή
- 決定づけて
- Δυνητική
- 決定づけられる
- Προστακτική
- 決定づけろ
- Βουλητική
- 決定づけよう
- Υποθετική (ば)
- 決定づければ
- Υποθετική (たら)
- 決定づけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 決定づけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 決定づけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 決定づけなさい
- Παθητική
- 決定づけられる
- Αιτιατική
- 決定づけさせる