注ぐ
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: つぐ
- 01 ρίχνω, χύνω (μέσα)
- 02 ραντίζω (από πάνω), ποτίζω (π.χ. φυτά), χύνω πάνω, ψεκάζω
- 03 χύνω (δάκρυα)
- 04 συγκεντρώνω την ενέργειά μου (δύναμη, προσοχή κ.λπ.) σε, αφιερώνομαι σε, καρφώνω (τα μάτια μου) σε
- 05 χύνομαι σε (π.χ. ποτάμι), εκβάλλω σε, ρέω σε
- 06 πέφτω (για βροχή, χιόνι), καταρρέω
Παραδείγματα
-
コップに水を注ぐ。
Ρίχνω νερό στο ποτήρι.
-
仕事に情熱を注ぐ。
Αφοσιώνομαι με πάθος στη δουλειά μου.
-
彼は子供たちに惜しみなく愛情を注いでいる。
Αυτός χαρίζει απλόχερα όλη του την αγάπη στα παιδιά.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 注ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 注ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 注がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 注ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 注いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 注ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 注がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 注ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 注いで
- Δυνητική
- 注げる
- Προστακτική
- 注げ
- Βουλητική
- 注ごう
- Υποθετική (ば)
- 注げば
- Υποθετική (たら)
- 注いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 注ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 注ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 注ぎなさい
- Παθητική
- 注がれる
- Αιτιατική
- 注がせる