活を求める
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσπαθώ να βρω διέξοδο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 活を求める
- Παρόν (ευγενικό)
- 活を求めます
- Άρνηση (απλή)
- 活を求めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 活を求めません
- Παρελθόν (απλό)
- 活を求めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 活を求めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 活を求めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 活を求めませんでした
- Τε-μορφή
- 活を求めて
- Δυνητική
- 活を求められる
- Προστακτική
- 活を求めろ
- Βουλητική
- 活を求めよう
- Υποθετική (ば)
- 活を求めれば
- Υποθετική (たら)
- 活を求めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 活を求めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 活を求めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 活を求めなさい
- Παθητική
- 活を求められる
- Αιτιατική
- 活を求めさせる