こうぜんやしな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τονώνω το πνεύμα μου, αναζωογονούμαι, ανεβάζω τη διάθεσή μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
浩然の気を養う
Παρόν (ευγενικό)
浩然の気を養います
Άρνηση (απλή)
浩然の気を養わない
Άρνηση (ευγενική)
浩然の気を養いません
Παρελθόν (απλό)
浩然の気を養った
Παρελθόν (ευγενικό)
浩然の気を養いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浩然の気を養わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浩然の気を養いませんでした
Τε-μορφή
浩然の気を養って
Δυνητική
浩然の気を養える
Προστακτική
浩然の気を養え
Βουλητική
浩然の気を養おう
Υποθετική (ば)
浩然の気を養えば