浸しん透とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάχυση (σκέψης, ιδεολογίας, κουλτούρας κ.λπ.), διείσδυση (π.χ. ιδεών), εξάπλωση, διείσδυση (π.χ. σε μια αγορά), επικράτηση
  2. 02 διείσδυση (υγρού κ.λπ.), εμποτισμός, διαπότιση
  3. 03 ώσμωση

Παραδείγματα

  • 水みずが土つちに浸透しんとうします。

    Το νερό διαπερνά το χώμα.

  • 新あたらしいアイデアが徐々じょじょに社会しゃかいに浸透しんとうしていきました。

    Οι νέες ιδέες σταδιακά διαδόθηκαν στην κοινωνία.

  • 彼かれの経営理念けいえいりねんは、組織そしきのあらゆる階層かいそうに浸透しんとうし、社員しゃいんの意識いしきを変かえました。

    Οι επιχειρηματικές του αρχές διαπέρασαν κάθε επίπεδο της οργάνωσης, αλλάζοντας τη νοοτροπία των εργαζομένων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
浸透する
Παρόν (ευγενικό)
浸透します
Άρνηση (απλή)
浸透しない
Άρνηση (ευγενική)
浸透しません
Παρελθόν (απλό)
浸透した
Παρελθόν (ευγενικό)
浸透しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浸透しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浸透しませんでした
Τε-μορφή
浸透して
Δυνητική
浸透できる
Προστακτική
浸透しろ
Βουλητική
浸透しよう
Υποθετική (ば)
浸透すれば