nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 浸
浸

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 10 πινελιές | Ρίζα: 水 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 βυθισμένος
  2. 02 μουσκεύω
  3. 03 βουτάω
  4. 04 μουλιάζω
  5. 05 υγραίνω
  6. 06 βρέχω
  7. 07 βουτάω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

シン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ひた.す、ひた.る、つ.かる

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 浸る μουσκεύω, εμποτίζομαι, πλημμυρίζω, βυθίζομαι
  • 浸透 διάχυση (σκέψης, ιδεολογίας, κουλτούρας κ.λπ.), διείσδυση (π.χ. ιδεών), εξάπλωση, διείσδυση (π.χ. σε μια αγορά), επικράτηση
  • 浸かる βυθίζομαι, μουλιάζω
  • 浸す μουλιάζω, βουτάω, εμποτίζω, καταβυθίζω
  • 入り浸る τριβωνίζω, συχνάζω κάπου για μεγάλο διάστημα
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων