液体に浸ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βουτώ (π.χ. φαγητό σε ρόφημα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 液体に浸ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 液体に浸けます
- Άρνηση (απλή)
- 液体に浸けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 液体に浸けません
- Παρελθόν (απλό)
- 液体に浸けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 液体に浸けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 液体に浸けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 液体に浸けませんでした
- Τε-μορφή
- 液体に浸けて
- Δυνητική
- 液体に浸けられる
- Προστακτική
- 液体に浸けろ
- Βουλητική
- 液体に浸けよう
- Υποθετική (ば)
- 液体に浸ければ
- Υποθετική (たら)
- 液体に浸けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 液体に浸けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 液体に浸けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 液体に浸けなさい
- Παθητική
- 液体に浸けられる
- Αιτιατική
- 液体に浸けさせる