涸らす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποξηραίνω, εξαντλώ (π.χ. πόρους, ταλέντο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 涸らす
- Παρόν (ευγενικό)
- 涸らします
- Άρνηση (απλή)
- 涸らさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 涸らしません
- Παρελθόν (απλό)
- 涸らした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 涸らしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 涸らさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 涸らしませんでした
- Τε-μορφή
- 涸らして
- Δυνητική
- 涸らせる
- Προστακτική
- 涸らせ
- Βουλητική
- 涸らそう
- Υποθετική (ば)
- 涸らせば
- Υποθετική (たら)
- 涸らしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 涸らしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 涸らすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 涸らしなさい
- Παθητική
- 涸らされる
- Αιτιατική
- 涸らさせる