nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 涸
涸

11 πινελιές | Ρίζα: 水 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 στερεύω, ξεραίνω
  2. 02 ωριμάζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

コ、カク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

か.れる、か.らす、こお.る

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 涸れる στερεύω (πηγή, λίμνη κ.λπ.), εξαντλούμαι
  • 涸らす αποξηραίνω, εξαντλώ (π.χ. πόρους, ταλέντο)
  • 涸沢 αποξηραμένος βάλτος, αποξηραμένο έλος, ξεροπόταμος, κοίτη ρέματος που έχει στερέψει
  • 涸れ川 ξεροπόταμος, αποξηραμένη κοίτη ποταμού
  • 涸沼糸蜻蛉 Mortonagrion hirosei (είδος λιβελούλας)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων