あわあわ

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: たんたん

  1. 01 ονοματοποιία συνήθως γραμμένο με κάνα ελαφρώς, αμυδρά, διακριτικά

Παραδείγματα

  • 淡々あわあわひかります。

    Αχνοφέγγει.

  • 淡々あわあわえるつきが、夜空よぞらかんでいます。

    Ένα αχνό φεγγάρι επιπλέει στον νυχτερινό ουρανό.

  • とおくにえる山並やまなみは、きりのために淡々あわあわとしていて、まるで絵画かいがのようです。

    Τα μακρινά βουνά φαίνονται αμυδρά λόγω της ομίχλης, σαν πίνακας ζωγραφικής.