ようかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάλυση, διαλυτοποίηση (π.χ. χημική)
  2. 02 τήξη, υγροποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶解する
Παρόν (ευγενικό)
溶解します
Άρνηση (απλή)
溶解しない
Άρνηση (ευγενική)
溶解しません
Παρελθόν (απλό)
溶解した
Παρελθόν (ευγενικό)
溶解しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶解しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶解しませんでした
Τε-μορφή
溶解して
Δυνητική
溶解できる
Προστακτική
溶解しろ
Βουλητική
溶解しよう
Υποθετική (ば)
溶解すれば