すべすべ

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ぬめぬめ

  1. 01 ονοματοποιία συνήθως γραμμένο με κάνα λείο (δέρμα, πέτρα, κ.λπ.), απαλό, βελούδινο, μεταξένιο