ぬめぬめ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: すべすべ

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υγρός και γυαλιστερός, γλοιώδης, ολισθηρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
滑々する
Παρόν (ευγενικό)
滑々します
Άρνηση (απλή)
滑々しない
Άρνηση (ευγενική)
滑々しません
Παρελθόν (απλό)
滑々した
Παρελθόν (ευγενικό)
滑々しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滑々しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滑々しませんでした
Τε-μορφή
滑々して
Δυνητική
滑々できる
Προστακτική
滑々しろ
Βουλητική
滑々しよう
Υποθετική (ば)
滑々すれば