にじみやすい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιρρεπής στο να τρέχει (μελάνι, μακιγιάζ, κ.λπ.), εύκολα εξαπλώνεται

Κλίση

Παρόν (απλό)
滲みやすい
Παρόν (ευγενικό)
滲みやすいです
Άρνηση (απλή)
滲みやすくない
Άρνηση (ευγενική)
滲みやすくないです
Παρελθόν (απλό)
滲みやすかった
Παρελθόν (ευγενικό)
滲みやすかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滲みやすくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滲みやすくなかったです
Τε-μορφή
滲みやすくて
Υποθετική (ば)
滲みやすければ