nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 滲
滲

14 πινελιές | Ρίζα: 水 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 διαποτισμένος, εμποτισμένος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

シン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

し.みる、にじ.む

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 滲む απλώνομαι (για υγρό), διαχέομαι, ξεβάφω, μουτζουρώνω
  • 滲み出す διαρρέω, ξεχειλίζω, εκκρίνω
  • 滲入 διείσδυση
  • 滲出性 εξιδρωματικός
  • 滲みやすい επιρρεπής στο να τρέχει (μελάνι, μακιγιάζ, κ.λπ.), εύκολα εξαπλώνεται
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων