滲み出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαρρέω, ξεχειλίζω, εκκρίνω
- 02 φανερώνομαι, προβάλλω (συναισθήματα κ.λπ.), αποκαλύπτομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 滲み出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 滲み出します
- Άρνηση (απλή)
- 滲み出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 滲み出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 滲み出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 滲み出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 滲み出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 滲み出しませんでした
- Τε-μορφή
- 滲み出して
- Δυνητική
- 滲み出せる
- Προστακτική
- 滲み出せ
- Βουλητική
- 滲み出そう
- Υποθετική (ば)
- 滲み出せば
- Υποθετική (たら)
- 滲み出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 滲み出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 滲み出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 滲み出しなさい
- Παθητική
- 滲み出される
- Αιτιατική
- 滲み出させる