にじ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα απλώνομαι (για υγρό), διαχέομαι, ξεβάφω, μουτζουρώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα θολώνω, θαμπώνω, μουτζουρώνω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αναβλύζω, ξεπηδώ (για δάκρυα κ.λπ.)
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα διαφαίνομαι (για συναισθήματα κ.λπ.), αποκαλύπτομαι

Παραδείγματα

  • インクがにじ

    Το μελάνι απλώνει.

  • なみだ景色けしきにじんでえた。

    Τα δάκρυα θόλωσαν τη θέα μου.

  • かれ笑顔えがおには、かくしきれないかなしみがにじんでいた。

    Στο χαμόγελό του διαγραφόταν μια θλίψη που δεν μπορούσε να κρύψει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
滲む
Παρόν (ευγενικό)
滲みます
Άρνηση (απλή)
滲まない
Άρνηση (ευγενική)
滲みません
Παρελθόν (απλό)
滲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
滲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
滲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
滲みませんでした
Τε-μορφή
滲んで
Δυνητική
滲める
Προστακτική
滲め
Βουλητική
滲もう
Υποθετική (ば)
滲めば