かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακυκλώνω χαρτί, επανακατασκευάζω χαρτί

Κλίση

Παρόν (απλό)
漉き返す
Παρόν (ευγενικό)
漉き返します
Άρνηση (απλή)
漉き返さない
Άρνηση (ευγενική)
漉き返しません
Παρελθόν (απλό)
漉き返した
Παρελθόν (ευγενικό)
漉き返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漉き返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漉き返しませんでした
Τε-μορφή
漉き返して
Δυνητική
漉き返せる
Προστακτική
漉き返せ
Βουλητική
漉き返そう
Υποθετική (ば)
漉き返せば