ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασκευάζω κάτι (π.χ. χαρτί) από βρεγμένο, πολτώδες υλικό απλώνοντάς το σε λεπτό στρώμα και αφήνοντάς το να στεγνώσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
漉く
Παρόν (ευγενικό)
漉きます
Άρνηση (απλή)
漉かない
Άρνηση (ευγενική)
漉きません
Παρελθόν (απλό)
漉いた
Παρελθόν (ευγενικό)
漉きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
漉かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
漉きませんでした
Τε-μορφή
漉いて
Δυνητική
漉ける
Προστακτική
漉け
Βουλητική
漉こう
Υποθετική (ば)
漉けば