炊く
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 μαγειρεύω δημητριακά (π.χ. ρύζι)
- 02 βράζω, σιγοβράζω, μαγειρεύω με σιγανή φωτιά, κοχλάζω
- 03 διαδικτυακή αργκό θυμώνω, εκρήγνυμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 炊く
- Παρόν (ευγενικό)
- 炊きます
- Άρνηση (απλή)
- 炊かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 炊きません
- Παρελθόν (απλό)
- 炊いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 炊きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 炊かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 炊きませんでした
- Τε-μορφή
- 炊いて
- Δυνητική
- 炊ける
- Προστακτική
- 炊け
- Βουλητική
- 炊こう
- Υποθετική (ば)
- 炊けば
- Υποθετική (たら)
- 炊いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 炊きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 炊くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 炊きなさい
- Παθητική
- 炊かれる
- Αιτιατική
- 炊かせる