nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 炊
炊

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 8 πινελιές | Ρίζα: 火 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 μαγειρεύω
  2. 02 βράζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

スイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

た.く、-だ.き

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 炊く μαγειρεύω δημητριακά (π.χ. ρύζι)
  • 自炊 μαγειρεύω για τον εαυτό μου, ετοιμάζω το φαγητό μου, μαγειρεύω μόνος μου
  • 炊事 μαγείρεμα, δουλειές της κουζίνας
  • 炊飯器 συσκευή μαγειρέματος ρυζιού
  • 炊き出し διανομή φαγητού (ειδικότερα μαγειρεμένου ρυζιού)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων