たんさん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αραιώνω με σόδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
炭酸で割る
Παρόν (ευγενικό)
炭酸で割ります
Άρνηση (απλή)
炭酸で割らない
Άρνηση (ευγενική)
炭酸で割りません
Παρελθόν (απλό)
炭酸で割った
Παρελθόν (ευγενικό)
炭酸で割りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
炭酸で割らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
炭酸で割りませんでした
Τε-μορφή
炭酸で割って
Δυνητική
炭酸で割れる
Προστακτική
炭酸で割れ
Βουλητική
炭酸で割ろう
Υποθετική (ば)
炭酸で割れば