点耳
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενστάλαξη ωτικών σταγόνων, χορήγηση σταγόνων στο αυτί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 点耳する
- Παρόν (ευγενικό)
- 点耳します
- Άρνηση (απλή)
- 点耳しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 点耳しません
- Παρελθόν (απλό)
- 点耳した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 点耳しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 点耳しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 点耳しませんでした
- Τε-μορφή
- 点耳して
- Δυνητική
- 点耳できる
- Προστακτική
- 点耳しろ
- Βουλητική
- 点耳しよう
- Υποθετική (ば)
- 点耳すれば
- Υποθετική (たら)
- 点耳したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 点耳したい
- Απαγορευτική (~な)
- 点耳するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 点耳しなさい
- Παθητική
- 点耳される
- Αιτιατική
- 点耳させる