焙ずる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο καβουρδίζω (π.χ. φύλλα τσαγιού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 焙ずる
- Παρόν (ευγενικό)
- 焙ずます
- Άρνηση (απλή)
- 焙ずない
- Άρνηση (ευγενική)
- 焙ずません
- Παρελθόν (απλό)
- 焙ずた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 焙ずました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 焙ずなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 焙ずませんでした
- Τε-μορφή
- 焙ずて
- Δυνητική
- 焙ずられる
- Προστακτική
- 焙ずろ
- Βουλητική
- 焙ずよう
- Υποθετική (ば)
- 焙ずれば
- Υποθετική (たら)
- 焙ずたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 焙ずたい
- Απαγορευτική (~な)
- 焙ずるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 焙ずなさい
- Παθητική
- 焙ずられる
- Αιτιατική
- 焙ずさせる