Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
無届け
むとどけ
無
無
む
届
とど
け
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
χωρίς ειδοποίηση, χωρίς άδεια (π.χ. απουσία)
02
αδήλωτος, μη καταχωρημένος (π.χ. γάμος, επιχείρηση κ.λπ.)