無む謀ぼう

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απερίσκεπτος, αλόγιστος, βιαστικός, παρορμητικός, παράτολμος, άστοχος, τρελός (π.χ. για σχέδιο)

Παραδείγματα

  • 無謀むぼうな計画けいかくは危険きけんです。

    Ένα απερίσκεπτο σχέδιο είναι επικίνδυνο.

  • そんな無謀むぼうな挑戦ちょうせんは、やめておいたほうがいいでしょう。

    Θα ήταν καλύτερο να μην κάνεις μια τόσο απερίσκεπτη προσπάθεια.

  • 彼かれは無謀むぼうにも、綿密めんみつな準備じゅんびをせずに未踏みとうの山やまに挑いどみ、結果けっかとして遭難そうなんしました。

    Αυτός, με απερισκεψία, επιχείρησε να ανέβει ένα απάτητο βουνό χωρίς ενδελεχή προετοιμασία, και ως αποτέλεσμα, χάθηκε.