煽てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολακεύω, καλοπιάνω, γλυκολογώ, μεταπείθω με κολακείες, υποκινώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 煽てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 煽てます
- Άρνηση (απλή)
- 煽てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 煽てません
- Παρελθόν (απλό)
- 煽てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 煽てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 煽てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 煽てませんでした
- Τε-μορφή
- 煽てて
- Δυνητική
- 煽てられる
- Προστακτική
- 煽てろ
- Βουλητική
- 煽てよう
- Υποθετική (ば)
- 煽てれば
- Υποθετική (たら)
- 煽てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 煽てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 煽てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 煽てなさい
- Παθητική
- 煽てられる
- Αιτιατική
- 煽てさせる