くすぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καπνίζω, σιγοκαίω, αναδίδω καπνό
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καπνίζομαι, λερώνω με αιθάλη, μαυρίζω από τον καπνό
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα σιγοκαίω (π.χ. μια διαμάχη), υποβόσκω
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα ζω στην αφάνεια, παραμένω στο ίδιο επίπεδο (κοινωνικής θέσης, περιστάσεων κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
燻る
Παρόν (ευγενικό)
燻ります
Άρνηση (απλή)
燻らない
Άρνηση (ευγενική)
燻りません
Παρελθόν (απλό)
燻った
Παρελθόν (ευγενικό)
燻りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
燻らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
燻りませんでした
Τε-μορφή
燻って
Δυνητική
燻れる
Προστακτική
燻れ
Βουλητική
燻ろう
Υποθετική (ば)
燻れば