燻る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καπνίζω, σιγοκαίω, αναδίδω καπνό
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καπνίζομαι, λερώνω με αιθάλη, μαυρίζω από τον καπνό
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα σιγοκαίω (π.χ. μια διαμάχη), υποβόσκω
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα ζω στην αφάνεια, παραμένω στο ίδιο επίπεδο (κοινωνικής θέσης, περιστάσεων κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 燻る
- Παρόν (ευγενικό)
- 燻ります
- Άρνηση (απλή)
- 燻らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 燻りません
- Παρελθόν (απλό)
- 燻った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 燻りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 燻らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 燻りませんでした
- Τε-μορφή
- 燻って
- Δυνητική
- 燻れる
- Προστακτική
- 燻れ
- Βουλητική
- 燻ろう
- Υποθετική (ば)
- 燻れば
- Υποθετική (たら)
- 燻ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 燻りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 燻るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 燻りなさい
- Παθητική
- 燻られる
- Αιτιατική
- 燻らせる