nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 燻
燻

18 πινελιές | Ρίζα: 火 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 σιγοκαίω
  2. 02 καπνίζω
  3. 03 οξειδώνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

クン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

くす.べる、ふす.べる、いぶ.す、いぶ.る、くす.ぶる、くゆ.らす

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 燻る καπνίζω, σιγοκαίω, αναδίδω καπνό
  • 燻製 καπνιστό τρόφιμο, κάπνισμα (ψαριού, κρέατος κ.λπ.)
  • 燻す καπνίζω (κάτι), απολυμαίνω με καπνό
  • 燻り出す εξωθώ με κάπνισμα (έντομα, ζώα, κ.λπ.)
  • 燻らす καπνίζω (π.χ. πίπα), φουμάρω (τσιγάρο), καίω (θυμίαμα)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων